
Τα ψητά λουκάνικα, το απάκι, αλλά και οι χοχλιοί θα γίνουν ανάρπαστοι. Έχουν περάσει Βράδυ γύρω στις δέκα, σε ένα ορεινό χωριό της Ανατολικής Κρήτης στη Ζήρο Σητείας, στα τέλη Οκτωβρίου. Κοιτάζω γύρω μου, δεν υπάρχει ψυχή. Αναρωτιέμαι που πάμε αλλά ο κρητικός φίλος, ο Γιώργος, με κρατά σε αγωνία. Ξαφνικά ανοίγουμε μία πόρτα και βρισκόμαστε στην καρδιά μιας γιορτής. Μίας μυσταγωγίας που κρατάει από νωρίς το πρωί και θα συνεχίσει όλη τη νύχτα, αλλά και για πολλές ημέρες ακόμη. Η παραγωγή της τσικουδιάς, είναι σε εξέλιξη. Και όχι μόνο, καθώς σε εξέλιξη είναι και ένα τεράστιο γλέντι. Γύρω από το καζάνι, ερασιτέχνες μουσικοί θα δώσουν το δικό τους τόνο. Μαντινάδες, χοροί, ευχές για την… καλόπιοτη και καλοξόδευτη ρακή. Η μία διαδέχεται την άλλη, ενώ η κρητική γαστρονομία προσφέρει ότι πιο απλό και συνάμα νόστιμο. Μία βουτυράτη γραβιέρα θα παίξει στα… ίσα τις ολόκληρες πατάτες ψημένες με τη φλούδα χωμένες μέσα στη στάχτη, τις λεγόμενες οφτές. Tα τα μεσάνυχτα όταν θα φτάσουν οι λουκουμάδες με μέλι και θα είναι λες και το γλέντι έχει μόλις ξεκινήσει. Φρέσκα καρύδια, ρόδια και μήλα θα συνοδεύσουν τη βραδιά μέχρι που κόντευε να φτάσει το πρωί. Και μαζί με όλα αυτά, το άρωμα της καζανιάς, που είναι τόσο ισχυρό και αναδύεται σε όλο το χώρο. Ακόμη και σήμερα το έχω ξεκάθαρα στο μυαλό μου.
Από ένα τέτοιο καζάνι, θα παραχθεί το προϊόν της χρονιάς. Θα το προσφέρουν αλλά και θα το γευτούν στις γιορτές, στις λύπες αλλά και στην καθημερινότητα τους. Και για αυτό ακριβώς είναι και τόσο σημαντικό.
Γυρνώντας πίσω το χρόνο, το έθιμο με τα ρακοκάζανα, μπορούμε να πούμε ότι κατά κάποιο τρόπο θεσπίστηκε το 1920 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, καθώς εκείνος ήταν που έδωσε ειδικές άδειες στους αγρότες ώστε να μπορούν να παράγουν τη ρακή. Και από τότε αυτές οι άδειες περνάνε από γενιά σε γενιά διατηρώντας τη διαδικασία αναλλοίωτη στο χρόνο.